Χέρι

Σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα

Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα είναι μία πάθηση, η οποία εμφανίζεται στον καρπό του χεριού και οφείλεται στην πίεση που δέχεται το μέσο νεύρο του καρπού. Η πίεση αυτή προκύπτει είτε από τοπικό τραυματισμό στην περιοχή του καρπού, είτε εξαιτιας τενοντιτιδας μετα από υπέρχρηση (πχ. πληκτρολόγιο ηλεκτρονικού υπολογιστή). Ενίοτε σχετίζεται με άλλες παθήσεις (πχ ρευματοειδής αρθρίτιδα, σακχαρώδης διαβήτης, διαταραχές θυρεοειδή αδένα)  ή με ορμονικές μεταβολές (πχ εμμηνόπαυση) και τότε εμφανίζεται και στα δύο χέρια.

Συμπτώματα

Αφορά σε μεγαλύτερο ποσοστό τις γυναίκες και παρουσιάζεται σαν μούδιασμα , κάψιμο ή πόνος  στα δάκτυλα. Κυρίως στον αντίχειρα, στο δείκτη και στον μέσο. Ενίοτε επιφέρει λειτουργική αδυναμία στη σύλληψη αντικειμένων. Σύνηθες είναι το αίσθημα τσιμπήματος βελόνας ή διέλευσης ηλεκτρικού ρεύματος χαμηλής έντασης. Ο πονος εμφανιζεται κυρίως τη νύχτα . Σε αρκετές περιπτώσεις αποτελεί το λόγο αφύπνισης κατά τη διάρκεια της νύχτας. 

Διάγνωση

Αρχικά λαμβάνεται το ιατρικό ιστορικό του ασθενούς και γίνεται συνεκτίμηση των συμπτωμάτων. Ακολουθεί μία σειρά συγκεκριμένων δοκιμασιών κίνησης και αντιδράσεων.

Προληπτικά μπορεί να ζητηθεί ακτινογραφία για τη διερεύνηση πιθανών παθολογικών αιτίων.

Τέλος η πραγματοποίηση ηλεκτρομυογραφήματος αποτελεί την εξειδικευμένη εξέταση ορθής λειτουργίας του μέσου νεύρου.

Θεραπεία

Η προσέγγιση της συντηρητικής θεραπείας αποσκοπεί στην αποσυμπίεση του μέσου νεύρου, μέσω της λήψης παυσίπονων και αντιφλεγμονωδών φαρμάκων. Συστηματικά απαιτείται η αλλαγή του τρόπου διαχείρισης των καθημερινών δραστηριοτήτων, κυρίως για την αποφυγή μονίμων καταστάσεων. Συνιστάται βεβαίως φυσικοθεραπεία και η τοποθέτηση νάρθηκα.

Όταν τα αποτελέσματα της συντηρητικής αγωγής δεν κρίνονται ικανοποιητικά, επιλέγεται η λύση της χειρουργικής επέμβασης για την οριστική αντιμετώπιση του συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα. Επιλέγεται η μικροχειρουργική ανοικτή προσέγγιση. Και αφορά στην διατομή του εγκαρσίου συνδέσμου και αποσκοπούν στην ανακούφιση της πίεσης επί του μέσου νεύρου.

Μετά τη χειρουργική επέμβαση συνιστάται κινησιοθεραπεία, ειδικότερα στα δάκτυλα και ασκήσεις μυϊκής ενδυνάμωσης. Κατά περίπτωση δίδονται οδηγίες διαχείρισης καθημερινών και εργασιακών συνηθειών.

Εκτινασσόμενος δάκτυλος

Εκτινασσόμενος δάκτυλος (trigger finger), είναι μία ενοχλητική πάθηση, γνωστή και ως στενωτική τενοντοελυτρίτιδα, η οποία προκαλείται όταν ο καμπτήρας τένοντας ενός οποιουδήποτε δακτύλου του χεριού δυσκολεύεται να κινηθεί, λόγω φλεγμονής και επακόλουθου οιδήματος του ινώδους ιστού (έλυτρο), ο οποίος τον περιβάλλει. Η εμφανιζόμενη δυσκινησία του δακτύλου εκδηλώνεται ως εμπλοκή(κλείδωμα) ή εκτίναξη του δακτύλου, μετά από αναπήδηση, όταν ο ασθενής προσπαθεί να τεντώσει το πάσχον δάκτυλο από τη θέση της κάμψης. Σε σοβαρές περιπτώσεις το δάκτυλο μπορεί να παραμένει σε φάση μόνιμης κάμψης.

Για την εμφάνιση του συνδρόμου στατιστικά ενοχοποιούνται υποκείμενα νοσήματα, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης και η ουρική ή  η ρευματοειδής αρθρίτιδα. Δεν αποκλείεται και η επίδραση των καθημερινών δραστηριοτήτων, ιδίως οι επαναλαμβανόμενες σε συνεχή χρονική βάση (πχ υπέρχρηση πληκτρολογίου, συστηματική μελέτη πιάνου), καθώς και λοιπές χειρωνακτικές εργασίες (ράψιμο κλπ)

Συμπτώματα

Τα συχνότερα συμπτώματα αφορούν σε:

  • Ευαισθησία στη βάση του δακτύλου
  • Κλείδωμα του πάσχοντος δακτύλου στη θέση κάμψης, το οποίο εκτινάσσεται, όταν ο ασθενής προσπαθήσει να το εκτείνει
  • Πόνο κατά την κίνηση του δακτύλου
  • Οίδημα στη βάση της παλάμης

Τα φαινόμενα εμφανίζονται εντονότερα μετά το πρωινό ξύπνημα. Κάποιες φορές χρειάζεται η βοήθεια του άλλου χεριού, για να ανοίξει το δάκτυλο.

Διάγνωση

Πραγματοποιείται κλινική εξέταση και λαμβάνεται το ιστορικό του ασθενούς. Ακολουθεί η ψηλάφηση στην βάση του πάσχοντος δακτύλου επί της παλάμης. Γίνεται έλεγχος στην κίνηση του πάσχοντος δακτύλου κατά την κάμψη και την έκταση για το αναμενόμενο κλείδωμα και την πιθανή εκτίναξη. Αξιολογούνται τα σημεία πόνου και οιδήματος.

Θεραπεία

Κατά τη συντηρητική αντιμετώπιση, κυρίως σε ήπια περιστατικά, συστήνεται ανάπαυση του πάσχοντος χεριού και αποχή από έντονες χειρωνακτικές δραστηριότητες. Επιπρόσθετα χορηγείται αντιφλεγμονώδης θεραπευτική αγωγή ή κορτιζόνη. Κατά περίσταση κρίνονται απαραίτητες οι φυσικοθεραπευτικές ασκήσεις για την κινητοποίηση του δακτύλου, καθώς και η τοποθέτηση νάρθηκα ακινησίας. 

Όταν η κατάσταση του ασθενούς το επιβάλλει, προκρίνεται η χειρουργική αντιμετώπιση, κατά την οποία διενεργείται μία μικρή τομή στην παλάμη στη βάση του πάσχοντος δακτύλου για τη διάνοιξη του ινώδους ελύτρου και απελευθέρωση του τένοντα.

Η αποθεραπεία διαρκεί 2-3 εβδομάδες

De Quervain

H στενωτική τενοντοελυτρίτιδα De Quervain είναι το οδυνηρό αποτέλεσμα διαρκούς χειρωνακτικής καταπόνησης του ασθενούς στο χώρο της οικίας και της εργασίας του. Αφορά στο έλυτρο των τενόντων, που κινούν τον αντίχειρα. Η φλεγμονή, η οποία εμφανίζεται στο ραχιαίο τμήμα του καρπού δημιουργεί πόνο και δυσκαμψία, λόγω του στενωτικού συνδρόμου, ως επακόλουθο της διόγκωσης του ελύτρου. 

Ως παραδείγματα αναφέρονται οι οικιακές εργασίες, η διαρκής βρεφική φροντίδα και η υπέρχρηση πληκτρολογίου. Οι συνήθειες αυτές δημιουργούν φλεγμονές και περαιτέρω οιδήματα. Ενίοτε ενοχοποιούνται και οι απότομες ή δυναμικές κινήσεις καταπόνησης.

Συμπτώματα

Το βασικό σύμπτωμα είναι ο ενοχλητικός πόνος στη βάση του αντίχειρα. Η ενόχληση συχνά διαχέεται κατά μήκος της νοερής προέκτασης του αντίχειρα προς τον βραχίονα. Επιπλέον εμφανίζεται δυσχέρεια κινήσεων στον αντίχειρα, όσον αφορά την κάμψη ή την έκταση του. Η δε ενόχληση μπορεί να εμφανιστεί και σε φάση ηρεμίας, ιδιαίτερη κατά τη διάρκεια του ύπνου. Πόνος παρατηρείται και κατά τη στροφή του καρπού, στην προσπάθεια ανοίγματος της πόρτας του σπιτιού με το κλειδί.

Διάγνωση

Μετά τη λήψη ιστορικού του ασθενούς επιχειρείται ψηλάφηση του πάσχοντος σημείου για τον εντοπισμό τυχόν ευαισθησίας στη βάση του αντίχειρα. Ελέγχεται η αντίδραση του ασθενούς κατά την υπερέκταση (απαγωγή) του αντίχειρα. Επιπλέον μέσω υπερηχογραφήματος εντοπίζεται τυχόν οίδημα, προερχόμενο από φλεγμονή  των τενόντων.

Θεραπεία

Η συντηρητική θεραπεία , ως πρώτη επιλογή, αφορά στην τοποθέτηση ειδικού νάρθηκα για την διασφάλιση της θέσης ηρεμίας και ανάπαυσης του πάσχοντος αντίχειρα. Επιπλέον συστήνεται λήψη αντιφλεγμονωδών φαρμάκων σε συνδυασμό με παγοθεραπεία. Η χορήγηση κορτιζόνης έχει συνήθως πρόσκαιρη ανακουφιστική δράση. Η ανάπαυση και διακοπή ορισμένων δραστηριοτήτων, σε συνδυασμό με φυσικοθεραπεία μπορεί να έχει ευεργετικά αποτελέσματα σε ήπια περιστατικά.

Σε περιστατικά βαριάς μορφής είναι αναγκαία η χειρουργική επέμβαση. Διενεργείται μία μικρή τομή, μέσω της οποίας πραγματοποιείται διάνοιξη του ελύτρου και απελευθερώνεται η κίνηση του τένοντα.

Ακολουθεί η τακτική παρακολούθηση της σταδιακής αποκατάστασης της ανώδυνης κίνησης του πάσχοντος αντίχειρα.

Γάγγλιο

Το γάγγλιο είναι μία κυστική διόγκωση, η οποία συνήθως   εμφανίζεται στην άρθρωση του καρπού. Μπορεί όμως να εμφανιστεί και σε άλλες αρθρώσεις. Αποτελεί εκφύλιση του συνδετικού ιστού ή των αρθρικών θυλάκων και  περιέχει παχύρρευστο αρθρικό υγρό. Κατά κανόνα είναι μαλακό κατά την ψηλάφηση και μετατοπίζεται.  

Συμπτώματα

Το γάγγλιο γίνεται αμέσως αντιληπτό, ως εξόγκωμα στην επιφάνεια όπου συναντάται και δημιουργεί αρχικά ενόχληση αισθητικού χαρακτήρα και ανησυχία πιθανής κακοήθειας, η οποία δεν ισχύει. Το μέγεθος του δεν είναι σταθερό και εξαρτάται από τη θέση του και την κινητικότητα των υποκείμενων αρθρώσεων. Αναλόγως της περιοχής, στην οποία ευρίσκεται το γάγγλιο μπορεί να προξενεί επώδυνη ενόχληση ή να είναι και εντελώς ασυμπτωματικό.

Διάγνωση

Εκτός από την οπτική διαπίστωση και την ψηλάφηση του γαγγλίου, λαμβάνεται ιστορικό του ασθενούς. Μία ακτινογραφία είναι χρήσιμη για τον αποκλεισμό πιθανής παθολογίας των οστών ή των χόνδρων. Η θέση, η υφή και η έκταση του γαγγλίου ελέγχεται μέσω υπερηχογραφήματος ή μαγνητικής τομογραφίας

Θεραπεία

Στις περιπτώσεις όπου δεν παρουσιάζονται συμπτώματα, ακολουθείται συντηρητική θεραπεία, η οποία συνίσταται κυρίως στη μείωση ορισμένων δραστηριοτήτων και καταπονήσεων. Παράλληλα δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο υποχώρησης του γαγγλίου, χωρίς κάποια παρέμβαση.

Όταν όμως υπάρχει επώδυνη ενόχληση και δυσχέρεια κινητικότητας επιλέγεται η χειρουργική επέμβαση, κατά την οποία αφαιρείται η κύστη του γαγγλίου καθώς και τμήματα του αρθρικού θυλάκου, αν κριθεί απαραίτητο. Ακολουθεί πρόγραμμα φυσικοθεραπείας για τη διασφάλιση της κινητικότητας των εμπλεκομένων αρθρώσεων.