Οστεοπόρωση

Οστεοπόρωση

Η οστεοπόρωση είναι μια μεταβολική νόσος , η οποία εμφανίζεται χωρίς εμφανή συμπτώματα , ως συνέπεια της προοδευτικής απώλειας της μάζας των οστών και της αποδόμησης της αρχιτεκτονικής τους συνοχής, με αποτέλεσμα τη μειωμένη οστική αντοχή και την προδιάθεση για κατάγματα. Τα οστά που πάσχουν από οστεοπόρωση μπορούν να εμφανίσουν κατάγματα ακόμη και από καταπονήσεις χαμηλής ενέργειας. Τα κατάγματα αυτά συνήθως αφορούν στη σπονδυλική στήλη, τα ισχία και τους καρπούς. Μείωση της οστικής πυκνότητας και κατά συνέπεια οστεοπόρωση παρουσιάζουν, μετά την ηλικία των 50 χρόνων, οι άνδρες και οι γυναίκες. Τα ποσοστά είναι εμφανώς μεγαλύτερα στις γυναίκες, που βρίσκονται στην εμμηνόπαυση. Συγγενείς και χρόνιες παθήσεις, καθώς επίσης και ο τρόπος διαβίωσης μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την εξέλιξη της οστεοπόρωσης.

Συμπτώματα

Η απώλεια της οστικής μάζας δεν γίνεται συνήθως αντιληπτή. Τα συμπτώματα της οστεοπόρωσης σε προχωρημένο στάδιο συνήθως περιλαμβάνουν ενοχλήσεις στη σπονδυλική στήλη, μείωση του σωματικού ύψους ή και κάταγμα από χαμηλής έντασης καταπόνηση.

Διάγνωση

Η διάγνωση της οστεοπόρωσης προϋποθέτει κλινική εξέταση, λήψη ιστορικού του ασθενούς και εξέταση μέτρησης οστικής πυκνότητας

Πρόληψη και Θεραπεία

Είναι εμφανές ότι η καλύτερη θεραπεία για την οστεοπόρωση αποτελεί η ενεργητική πρόληψη.

Με βάση τα ατομικά χαρακτηριστικά του ασθενούς συνιστάται η έγκαιρη λήψη βιταμίνης D και ασβεστίου, αρχικά μέσω της διατροφής. Επιπλέον η τακτική σωματική άσκηση, καθώς και η βελτίωση του τρόπου διαβίωσης μπορούν να λειτουργήσουν ευεργετικά για την ανασύσταση των οστών.

Όταν εκ των αποτελεσμάτων απαιτείται, συνιστάται θεραπευτική φαρμακευτική αγωγή, όπως επίσης και κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής.

Ο στόχος είναι η μείωση της πιθανότητας εμφάνισης καταγματικού κινδύνου.

Για την ολοκληρωμένη αποτίμηση του προβλήματος ενδέχεται να ζητηθεί και η ενδοκρινολογική αξιολόγηση για την ασφαλέστερη ρύθμιση του ασθενούς.