Ισχίο

Σύνδρομο μηροκοτυλιαίας πρόσκρουσης

Όταν μιλάμε για το σύνδρομο μηροκοτυλιαίας πρόσκρουσης αναφερόμαστε στον πόνο που προκαλείται στο ισχίο κατά την παθολογική επαφή και προστριβή τμήματος του αυχένα του μηριαίου οστού στο χείλος της κοτύλης. Αποτελεί προδιαθεσικό παράγοντα για την ανάπτυξη της οστεοαρθρίτιδας του ισχίου.

Οι τύποι της μηροκοτυλιαίας πρόσκρουσης διακρίνονται σε :

  • Πρόσκρουση τύπου CAM, στην οποία ένα εξόγκωμα οστού στον μηριαίο αυχένα ευθύνεται για την πρόσκρουση της μηριαίας κεφαλής στο χείλος της κοτύλης
  • Πρόσκρουση τύπου Pincer, στην οποία το υπερτροφικό χείλος της κοτύλης σε κάμψη εμποδίζει την κίνηση του μηριαίου αυχένα
  • Πρόσκρουση μικτού τύπου, στην οποία συνυπάρχουν οι ανωτέρω τύποι πρόσκρουσης και συναντάται στο μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών

Το σύνδρομο πρόσκρουσης ισχίου είναι μία σημαντική αιτία ισχιαλγίας σε εφήβους και μεσήλικες, όπως και σε αθλητές, η οποία σταδιακά περιορίζει την κινητικότητα.

Συμπτώματα

Τα κύρια συμπτώματα, μέσω των οποίων εκδηλώνεται το σύνδρομο πρόσκρουσης ισχίου είναι:

  • Πόνος στο ριζομήριο με αντανάκλαση στην έσω επιφάνεια του μηρού και του γόνατος
  • Μηχανικά συμπτώματα μπλοκάρισμα, αίσθημα αστάθειας 
  • Πόνος που αναπαράγεται σε κάμψη και έσω στροφή του ισχίου
  • Επιδείνωση πονου μετά από αθλητικές δραστηριότητες ή παρατεταμένη παραμονή σε καθιστική θέση
  • Μείωση του εύρους της κινητικότητας του ισχίου

Όλα τα συμπτώματα είναι πιο έντονα στους δραστήριους ανθρώπους.

Διάγνωση

Για τη διάγνωση του συνδρόμου απαραίτητη κρίνεται αρχικά η λήψη ιστορικού του ασθενούς και της οικογένειας του,καθώς και πληροφορίες για την καθημερινή του δραστηριότητα.

Η κλινική εξέταση περιλαμβάνει την αξιολόγηση του εύρους της κίνησης του ασθενούς, του τρόπου βάδισης, της μυϊκής κατάστασης και τη δοκιμασία πρόσκρουσης με κάμψη του γόνατου του ασθενούς προς το στήθος και περιστροφή του ποδιού του προς τον αντίθετο ώμο.

Ακολούθως, οι απεικονιστικές εξετάσεις, ακτινογραφία ισχίου και μαγνητική τομογραφία με χορηγηση σκιαγραφικού υγρού ενδοαρθρικά, αποκαλύπτουν τυχόν οστικές εξογκώσεις, οι οποίες ενδεχομένως ενοχοποιούνται για την πρόσκρουση , καθώς και συνυπάρχουσες αλλοιώσεις στις χόνδρινες περιοχές της άρθρωσης

Θεραπεία

Η Συντηρητική θεραπεία θεωρείται πάντα η πρώτη επιλογή.

Με στόχο την ανάκτηση της λειτουργικότητας της άρθρωσης περιλαμβάνει:

  • Αποφυγή κάθε επίπονης δραστηριότητας
  • Διακοπή των αθλητικών δραστηριοτήτων και κατά βάση περιορισμός των ακραίων καταπονήσεων
  • Αντιφλεγμονώδη αγωγή
  • Φυσικοθεραπευτική αγωγή μέσω εκτίμησης των παραγόντων, οι οποίοι προκαλούν το είδος και την ένταση του πόνου και καθορίζουν το εύρος κίνησης του ασθενή. Ενδυνάμωση των μυών, που υποστηρίζουν την πάσχουσα άρθρωση

Η Επεμβατική θεραπεία αποτελεί τη λύση επιλογής στις περιπτώσεις επίμονης ενόχλησης ή μη αναστρέψιμης επιδείνωσης.

Κατά περίπτωση τύπου μηροκοτυλιαίας πρόσκρουσης προκρίνεται η τεχνική της αρθροσκόπησης για την αφαίρεση του εξογκώματος στον αυχένα και την αποκατάσταση της φυσιολογικής ανατομίας.

Οταν η άρθρωση του ισχίου εμφανίζει οστεοαρθριτιδα η αρθροσκοπική αντιμετώπιση δεν επαρκεί και προκρίνεται η ολική αρθροπλαστική ισχίου

Νέκρωση μηριαίας κεφαλής

Τα ανθρώπινα οστά αποτελούνται από κύτταρα αλλά και από ένα ανόργανο σκελετό αλάτων ασβεστίου. Τα οργανικά μέρη προσδίδουν ελαστικότητα στο οστό και ο ανόργανος σκελετός ακαμψία. Ένα οστό χωρίς κύτταρα είναι σκληρό αλλά εύθραυστο. Η νέκρωση της κεφαλής του μηριαίου οστού είναι μια σταδιακή νέκρωση των κυττάρων της πράγμα που καταλήγει στο κάταγμα και την παραμόρφωση της.

Η νέκρωση της κεφαλής του μηριαίου εμφανίζεται συχνότερα σε ασθενείς που παίρνουν ορισμένα φάρμακα, π.χ. κορτιζόνη, ή που καταναλώνουν πολύ αλκοόλ. Η πλημμελής αιμάτωση στην περιοχή της κεφαλής είναι μια επιπλέον αιτία νέκρωσης της

Συμπτώματα

Κύριο σύμπτωμα είναι ο πόνος στο ισχίο, ο οποίος γίνεται αισθητός στη βουβωνική χώρα και ενίοτε επεκτείνεται μέχρι το γόνατο. Σταδιακά η ενόχληση γίνεται εντονότερη και εμφανίζεται δυσχέρεια στη βάδιση του ασθενούς και στην κινητικότητα του ισχίου. Η τυχόν προσπάθεια μεταφοράς βάρους επιβαρύνει την όλη κατάσταση, λόγω της πρόσθετης φόρτισης του ισχίου.

Διάγνωση

Αρχικά λαμβάνεται το ιστορικό του ασθενούς για τη συνεκτίμηση των πληροφοριών με την κλινική εξέταση του εύρους των επιτρεπτών κινήσεων. Η ακτινογραφία δίνει μία πρώτη εκτίμηση της κατάστασης της μηριαίας κεφαλής . Στα πρώτα στάδια της νέκρωσης η ακτινογραφία δεν δείχνει παθολογικά ευρήματα οπότε κρίνεται  απαραίτητη η διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας για τη διαπίστωση του εύρους του προβλήματος. 

Θεραπεία

Η επιλογή της συντηρητικής θεραπείας έχει συνήθως προσωρινό χαρακτήρα και επικεντρώνεται σε χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής με σκοπό την αναλγητική δράση. Βοηθητικό ρόλο έχουν η φυσικοθεραπεία και η ενδυνάμωση για την υποστήριξη της άρθρωσης. 

Εάν η νέκρωση βρίσκεται στα πρώτα στάδια και δεν έχει σπάσει η κεφαλή, είναι δυνατός ο ανάστροφος τρυπανισμός της οστεονέκρωσης και η έγχυση βλαστοκυττάρων με στόχο την αναγέννηση αγγείων και οστικών κυττάρων.

Με την πάροδο του χρόνου οι εκτιμήσεις της κατάστασης μας οδηγούν στη λύση της ολικής αρθροπλαστικής. Επιλέγεται η τεχνική ALMIS και διενεργείται η αντικατάσταση της άρθρωσης του ισχίου με τεχνητό πρόθεμα. Καθώς η νέκρωση της κεφαλής του μηριαίου εμφανίζεται συχνότερα σε ηλικίες γύρω στα 50 μπορούν να χρησιμοποιηθούν εμφυτεύματα με κοντό στυλεό που έχουν πολλά πλεονεκτήματα σε σύγκριση με τα συμβατικά.

Δυσπλασία ισχίου

Δυσπλασία του ισχίου είναι μια ανατομική ιδιαιτερότητα της άρθρωσης του ισχίου στην οποία η κεφαλή τoυ μηριαίου δεν καλύπτεται αρκετά από την κοτύλη. Αποτελεί προδιαθεσικό παράγοντα για την ανάπτυξη οστεοαρθρίτιδας του ισχίου. Εμφανίζεται στο 4-5% των ανθρώπων και συναντιέται 5 φορές πιο συχνά στις γυναίκες απ ότι στους άντρες. 

Αιτίες

Η κύρια αιτία της δυσπλασίας είναι η κληρονομικότητα. Επιπλέον ενοχοποιούνται κυρίως η οποιασδήποτε αιτίας ενδομήτρια πίεση( π.χ. δίδυμη κύηση, αναπτυγμένο έμβρυο), συμπεριλαμβανομένης και της ισχιακής προβολής. 

Διάγνωση

Η διάγνωση της δυσπλασίας γίνεται στις μέρες μας στη νεογνική ηλικία. Στην έκτη εβδομάδα της ζωής του νεογνού συνιστάται πλέον ο υπερηχογραφικός έλεγχος των ισχίων και διαπιστώνεται αν υπάρχει καθυστέρηση στην ωρίμανση τους. Η δυσπλασία μπορεί να αντιμετωπιστεί σε αυτή τη φάση σχετικά εύκολα χωρίς χειρουργική παρέμβαση. Αν δεν γίνει ο υπερηχογραφικός έλεγχος και δε διαγνωστεί έγκαιρα η δυσπλασία, μειώνονται οι δυνατότητες συντηρητικής αντιμετώπισης. Αν ολοκληρωθεί η ανάπτυξη της άρθρωσης του δυσπλαστικού ισχίου κατά κανόνα οι ασθενείς αποκτούν σχετικά νωρίς οστεοαρθρίτιδα.

Θεραπεία

Η θεραπεία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη στιγμή της διάγνωσης και από το μέγεθος της δυσπλασίας. Ήπιες έως μέτριες δυσπλασίες διορθώνονται με τη χρήση κηδεμόνα για ένα χρονικό διάστημα. Στην παιδική ηλικία είναι δυνατή η διόρθωση με οστεοτομία της κοτύλης και του μηριαίου (Salter ή Pemberton και διαρτροχαντήρια οστεοτομία).

Η αντιμετώπιση της δυσπλασίας του ισχίου μετά την ολοκλήρωση της ανάπτυξης του σκελετού εξαρτάται από την ύπαρξη οστεοαρθρίτιδας. Η δυσπλασία μπορεί να διορθωθεί χειρουργικά με μια απαιτητική οστεοτομία της κοτύλης. Κατά κανόνα όμως οι ενήλικες ασθενείς προσέρχονται στο γιατρό με πόνο στο ισχίο εξαιτίας προχωρημένης οστεοαρθρίτιδας. Όταν η οστεοαρθρίτιδα είναι προχωρημένη, μοναδική αποτελεσματική λύση για την αντιμετώπιση της είναι η αρθροπλαστική. Στην αρθροπλαστική του ισχίου αντικαθίσταται η φθαρμένη άρθρωση από εμφυτεύματα. Καθώς η οστεοαρθρίτιδα, όταν υπάρχει δυσπλασία, εμφανίζεται πολύ νωρίτερα από ότι σε όλους τους  ασθενείς, είναι αναγκαία η χρήση ιδιαιτέρως αξιόπιστων υλικών και ελάχιστα επεμβατικών χειρουργικών τεχνικών .

Οστεοαρθρίτιδα Ισχίου

Η άρθρωση του ισχίου αποτελείται από μία κοίλη επιφάνεια, που βρίσκεται στην λεκάνη και ονομάζεται κοτύλη και τη σφαιρική άνω πλευρά του μηριαίου οστού, η οποία προσαρμόζεται και κινείται εντός της κοίλης υποδοχής της κοτύλης.

Με την πάροδο του χρόνου εμφανίζονται εκφυλιστικές αλλοιώσεις στις χόνδρινες επιφάνειες του ισχίου, οι οποίες ενδέχεται να οφείλονται στην ηλικία του ασθενή ή/και σε παθολογικά αίτια (ρευματοειδής αρθρίτιδα ή νέκρωση μηριαίας κεφαλής). Η συνέπεια είναι η σταδιακή καταστροφή του αρθρικού χόνδρου και η εμφάνιση της οστεοαρθρίτιδας.

Αίτια 

Εκτός από τις παραμέτρους της ηλικίας, της κληρονομικότητας και της ενδεχόμενης παθολογίας,  η ανατομία του ασθενούς (δυσπλασία ισχίου), παλαιοί τραυματισμοί καθώς και η πιθανή παχυσαρκία ενοχοποιούνται επίσης για την οστεοαρθρίτιδα.

Συμπτώματα

Αρχικά εμφανίζεται δυσκαμψία και περιορισμός του εύρους των κινήσεων. Το κύριο σύμπτωμα της οστεοαρθρίτιδας του ισχίου είναι ο πόνος και η μείωση του εύρους της κίνησης της άρθρωσης. Ο πόνος γίνεται εντονότερος κατά τη βάδιση, λόγω της φόρτισης από το σωματικό βάρος του ασθενούς. Η σωματική δραστηριότητα εντείνουν το πρόβλημα. Ο πόνος εντοπίζεται στη βουβωνική χώρα και συχνά επεκτείνεται μέχρι το γόνατο. Σε προχωρημένες καταστάσεις ο πόνος εκδηλώνεται και μετά από περίοδο ηρεμίας ή ανάπαυσης και δημιουργεί εμφανή προβλήματα στη βάδιση.

Διάγνωση

Πρωτίστως λαμβάνεται ιατρικό ιστορικό του ασθενούς και ακολουθεί η κλινική εξέταση. Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στις δυνατότητες κίνησης και στις αντίστοιχες ενοχλήσεις και περιορισμούς. Η ακτινογραφία δίνει μία σαφή απεικόνιση της κατάστασης της άρθρωσης του ισχίου. 

Θεραπεία

Η συντηρητική θεραπεία της οστεοαρθρίτιδας ισχίου αφορά μόνο στα αρχικά στάδια της πάθησης. Επικεντρώνεται κυρίως σε αντιφλεγμονώδη φαρμακευτική αγωγή για τη μείωση του πόνου και των ενοχλήσεων. Παράλληλα συνιστάται πρόγραμμα φυσικοθεραπείας και μυϊκής ενδυνάμωσης. Στο πλαίσιο της προσπάθειας επιβράδυνσης της πορείας της πάθησης και του περιορισμού των συμπτωμάτων επιλέγεται θεραπεία ενδοαρθρικών ενέσεων.

Όταν εμφανίζονται σοβαρά λειτουργικά προβλήματα στον ασθενή η χειρουργική επέμβαση αποτελεί την ενδεδειγμένη ιατρική επιλογή. Η ασφαλέστερη χειρουργική αντιμετώπιση είναι η ελάχιστα επεμβατική ολική αρθροπλαστική ισχίου. Με κατάλληλες τεχνικές, οι οποίες δεν επιβαρύνουν τους λειτουργικούς ιστούς του ασθενή, αφαιρούνται οι αλλοιωμένες χόνδρινες επιφάνειες της κοτύλης και η  κεφαλή του μηριαίου οστού και αντικαθίστανται με τεχνητά βιοσυμβατά εμφυτεύματα.

Με τις κατάλληλες οδηγίες ο ασθενής επανέρχεται σταδιακά στη φυσιολογική του καθημερινότητα.